Ημέρα 3η: Η σύνοψη και η κούπα!
Ένα γεμάτο τριήμερο στιγμών και αθλητικής δράσης ολοκληρώνεται με τη σημερινή μέρα του Αθens Cup. Τροπαιούχος ο Αθηναϊκός Qualco που υποδέχεται τη Ραπίντ Βουκουρεστίου.
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ
«Πιστεύω ότι ο Θεός με αγαπάει γιατί στη διαδρομή μου στο μπάσκετ μού έδωσε πολλούς σπουδαίους ανθρώπους».
Η αίθουσα ήταν κατάμεστη από ανθρώπους, οι οποίοι στο περισσότερο της ζωής τους έκαναν ό,τι και εκείνη: Λάτρεψαν αυτό που στη ήρθε και τους βρήκε μάλλον τυχαία… Ήταν ανάμεσα στους τρεις προπονητές που εκείνο το απόγευμα του Αυγούστου του 2019 στο Πεκίνο, θα έμπαιναν στο Hall Of Fame της FIBA. H εκλεκτή παρέα της ήταν ο Μπόγκνταν Τάνιεβιτς και ο Μου Τσουογιούν, όπως και θρυλικοί παίκτες και παίκτριες του αθλήματος.
Μπροστά στο μικρόφωνο τραύλισε για μερικά δευτερόλεπτα, όμως ήταν το ίδιο αποφασιστική που υπήρξε πάντα στην καριέρα της. Και το ίδιο αλτρουίστρια. Το μόνο που σκέφτηκε ήταν να μην ξεχάσει τους ανθρώπους που τη βοήθησαν στην πορεία της, αλλά και εκείνη που της έδωσε τη πιο σημαντική συμβουλή για την προπονητική της διαδρομή – τη μητέρα της.
Μια προπονητική διαδρομή, η οποία ξεκίνησε το 1989. Και υποτίθεται ότι θα διαρκούσε μία μέρα. Μόνο μία… Διήρκησε περίπου 13.879 μέρες. Χώρεσε 28 πρωταθλήματα. 6 κατακτήσεις Euroleague. Χώρεσε συμμετοχές σε ευρωπαϊκά πρωταθλήματα, Ολυμπιακούς Αγώνες, Παγκόσμια Πρωταθλήματα. Χώρεσε αμέτρητες ατομικές διακρίσεις. Και χώρεσε σε μία λέξη.
Θρύλος…
Η κατανόηση της ιστορίας εκείνης της εποχής είναι και η κατανόηση της διαδρομής της οικογένειάς της. Η διαδρομή της οικογένειάς της είναι το αποτύπωμα μιας εποχής που η πατρίδα σου μπορούσε να είναι παντού και όμως να μην είναι πουθενά. Και όσα μαθαίνεις, ακούς, διαβάζεις αφήνουν το αποτύπωμα στη δική του προσωπικότητα. Η γιαγιά της είχε καταβολές στην τσαρική (ή ρωσική) αυτοκρατορία, με τον τόπο γέννησής της να βρίσκεται στη σημερινή Ουκρανία. Έξι αδερφές στις αρχές του 19ου αιώνα διασκορπισμένες σε όλη την Ευρώπη, ένα γενεαλογικό δέντρο με τα κλαδιά του να σχηματίζουν εκείνο που θα έπρεπε να είναι το σήμα της ειρήνης.
Ο παππούς της ήταν Τσέχος και στην οκτωβριανή επανάσταση αιτήθηκε διαβατηρίου και έφυγαν από το σπίτι τους στην Ουκρανία. Η θεία της μαμάς της, η περιπετειώδης Νάτα, όπως την περιγράφει η Νατάλια Χέικοβα, εντάχθηκε στο λευκό στρατό στα 17 της χρόνια ως νοσοκόμα και μετά τη νίκη των Μπολσεβίκων, έφτασε πίσω στην Τσεχία ως λαθρεπιβάτης σε ρουμανικό όχημα, όπου παντρεύτηκε έναν Ρώσο μετανάστη. Ο πατέρας της Νατάλια, Vsevolod Hejk, γεννήθηκε στην Οδυσσό, η μητέρα του ήταν Ρωσίδα και ο πατέρας του ήταν Τσέχος. Έτσι κατόρθωσε η οικογένεια να εγκατασταθεί μόνιμα στην Τσεχοσλοβακία το 1921, όπου ο Vsevolod θα γνώριζε τη Μαρία και θα μετακόμιζαν στη Ζίλινα, όπου η Βέρα και η Νατάλια γεννήθηκαν.
Οι αντιθέσεις της διαδρομής της οικογένειάς της, οι ρίζες από διαφορετικά σημεία της πρώην Σοβιετικής Ένωσης και οι καταβολές της από σημεία που σήμερα είναι εμπόλεμες ζώνες, την έκαναν να μη σιωπά μπροστά σε όσα συμβαίνουν. Άλλωστε, η Natalia είχε από μικρή μια έντονη αίσθηση ελευθερίας, δράσης και μια τόλμη δυσανάλογη της εποχής και του μεγέθους της. Έμαθε να διεκδικεί, να παλεύει, να κερδίζει. Το έκανε στη γυμναστική, στην κολύμβηση, στο μπαλέτο, στον στίβο, στις καταδύσεις, στο ποδόσφαιρο αλλά, άνθρωπε, κι αν το έκανε όταν έπαιξε μπάσκετ.
«Το καλύτερο ομαδικό σπορ».
Ήταν 14 ετών όταν έπαιξε για πρώτη φορά μπάσκετ. «Ένιωσα κατευθείαν ότι ήταν ακριβώς φτιαγμένο για μένα. Ένα ομαδικό σπορ, στο οποίο μπορούν οι άνθρωποι γύρω σου να εμπλουτίσουν τη ζωή σου, και χρειάζεται να χρησιμοποιείς όχι μόνο το σώμα σου, αλλά και το μυαλό σου».
Στο Πανεπιστήμιο (σ.σ. σπούδασε νομική στο Charles University της Πράγας) ξεκίνησε να παίζει στην Slavia VS Prague, όπως λεγόταν εκείνη την εποχή, ουσιαστικά ήταν πανεπιστημιακή ομάδα. Στέφθηκε πρωταθλήτρια Τσεχίας το 1973 και κατέκτησε το Ronchetti Cup το 1976. Το 1979 πήρε μεταγραφή για την Ρουζομπέροκ, με σκοπό να παίξει δύο χρόνια και να σταματήσει και έμεινε εντέλει, 16 έτη. 16 χρόνια όλα υπογεγραμμένα σε μια… χειραψία. Κάθε ανανέωση, κάθε συμφωνία, κάθε νέα αρχή.
Η στιγμή που οριοθέτησε όλη της τη ζωή ήρθε το 1987. Εκείνη την εποχή η Natalia Hejkova είχε ξεκινήσει να εργάζεται και παράλληλα έκανε προπόνηση στις ακαδημίες της Ρουζομπέροκ. Το φθινόπωρο εκείνου του έτους – ένα μόλις χρόνο αφού είχε σταματήσει να αγωνίζεται – η γυναικεία ομάδα βρέθηκε να αναζητά προπονητή. «Έλα το δοκιμάσεις», της πρότεινε ο Τζόσεφ Σμόλεκ με την υποσημείωση ότι θα ήταν για λίγο.
Ποιος διαβάζει τις υποσημειώσεις;
Ο ένας αγώνας έγινε μια καριέρα.
Και όλη η καριέρα, ξεκίνησε από μια συμβουλή: «Μην τους φωνάζεις. Θα τους προκαλέσεις νευρικότητα. Πρέπει να τις στηρίζεις».
H Maria Hejkova έφυγε από τη ζωή πριν προλάβει να δει όλα όσα θα κατάφερνε η κόρη της. Ο πατέρας της έφυγε από τη ζωή, πριν την Βελούδινη Επανάσταση του 1989. Αμφότεροι, όμως, είχαν δημιουργήσει τον άνθρωπο που θα άλλαζε το μπάσκετ στην Ευρώπη.
Όταν απαγγέλλεται το βιογραφικό σου, απαγγέλλονται τίτλοι. Milestones. Επιτυχίες. Θρίαμβοι. Μικρά setbacks, ίσως. Κάποιες αποτυχίες, σίγουρα: Η ιστορία με την Βαλένθια, η περηφάνια και ο πόνος για την Εθνική Σλοβακίας και τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2000, η εσωτερική ισορροπία στις αντιφάσεις της Μόσχας… Όταν, όμως, συναντάς τον άνθρωπο, μετράει μόνο η προσωπικότητά σου.
«Μας μιλούσε για την ιστορία της Πράγας, μας έδινε συνταγές για σούπες, για το πάθος της να βρίσκει άγρια μανιτάρια, για το τσάι, για τα καλά εστιατόρια της πόλης», διηγείται μία από τις πολλές Αμερικανίδες superstar, που χρειάζεται να διαχειριστεί στην καριέρα της η Χέικοβα και απέναντι στις οποίες ουδέποτε έβγαλε εγωισμό ή θέλησε, σώνει και ντε, να τις βάλει σε καλούπια.
Ο άγραφος νόμος στις ομάδες της ήταν ένα ματς ποδοσφαίρου, τα άγραφα μοτίβα ήταν πάντα εκείνα που θα δημιουργούσαν οικογένειες. «Θέλω να είναι όλες μαζί στο γυμναστήριο, αλλά να σκέφτονται οτιδήποτε άλλο εκτός από το μπάσκετ», εξηγεί και η Μαρία Κόντε, νυν παίκτρια της Σκίο και πρώην της USK Prague, υπερθεματίζει. «Θέλει πάντα να γνωρίζει τις παίκτριες, να τις καταλαβαίνει και αντιλαμβάνεται πώς δουλεύει το μυαλό μας. Αυτό είναι το μεγαλύτερό της πλεονέκτημα. Μπορεί να τους φέρνει όλους κοντά».
Η διαδρομή της, άλλωστε, το αποδεικνύει. Οι ομάδες που κατάφεραν από αουτσάιντερ να κατακτήσουν τίτλους, οι προϋπολογισμοί που πετάχτηκαν στα σκουπίδια γιατί βρήκαν απέναντί τους οικογένειες, σχέδιο, επιθυμία κίνητρο. Το παραμυθένιο της φινάλε περισσότερο από όλα το αποδεικνύει. Ναι, ο Θεός την αγαπάει. Και την αγάπησε περισσότερο όταν έμπαινε σε αίθουσες και όλοι έσπευδαν να χαιρετήσουν τον όποιο άντρα συνεργάτη της αντί για εκείνη, κι εκείνη απλά γελούσε.
Την αγάπησε περισσότερο γιατί δε σταμάτησε να μαθαίνει. Τσεχικά, σλοβακικά, ρωσικά, αγγλικά, ισπανικά, πολωνικά, ουγγρικά – λίγο μιλάει, λίγο καταλαβαίνει, πάντα προσπαθεί. Για να μπορεί να ταυτιστεί. Την αγάπησε γιατί έλεγε πάντα την άποψή της, τοποθετήθηκε και τοποθετείται για όλα τα πολιτικά ζητήματα του τόπου της και των γύρω περιοχών. Την αγάπησε γιατί άφησε το όνειρο των Ολυμπιακών Αγώνων, το οποίο η ίδια είχε κερδίσει, για να στηρίξει έναν άνθρωπό της. Την αγάπησε γιατί έκλαψε. Και ο Θεός αγαπάει όσους τολμούν να κλαίνε.
Ενίοτε, δε, τους κάνει Θρύλους.