ΑΘΗΝΑΪΚΟΣ ΑΣ ΒΥΡΩΝΑ

«Θέλω τα παιδιά να μεγαλώνουν στον Αθηναϊκό»

«Θέλω τα παιδιά να μεγαλώνουν στον Αθηναϊκό»

Από την ιστορική κατάκτηση του EuroCup το 2010 μέχρι τη νέα εποχή των Ακαδημιών, ο Αθηναϊκός αποτελεί ένα ξεχωριστό κεφάλαιο στην καριέρα της Δήμητρας Καλέντζου. Σήμερα επιστρέφει στον Βύρωνα με έναν διαφορετικό ρόλο, αλλά με την ίδια αγάπη για το μπάσκετ και τον σύλλογο.

Με εμπειρία από το υψηλότερο επίπεδο του ευρωπαϊκού μπάσκετ και βαθιά γνώση της ανάπτυξης των νεαρών αθλητών, η Δήμητρα Καλέντζου αναλαμβάνει να συμβάλει στη δημιουργία μιας νέας γενιάς αθλητών και αθλητριών του Αθηναϊκού Qualco.

Στη συνέντευξή της στο επίσημο site του συλλόγου μιλά για το όραμα μιας Ακαδημίας διεθνών προδιαγραφών, τη σημασία της σωστής νοοτροπίας, τις προσδοκίες των γονιών και τις προκλήσεις του γυναικείου μπάσκετ στην Ελλάδα.

Παράλληλα, θυμάται όσα έκαναν ξεχωριστή την ομάδα του 2010 και αποκαλύπτει τι θα συμβούλευε σήμερα τον νεότερο εαυτό της.

Επιστρέψατε στον Αθηναϊκό με έναν νέο ρόλο. Τι σημαίνει για εσάς να γυρίζετε εκεί όπου έχετε ζήσει μερικές από τις μεγαλύτερες στιγμές της καριέρας σας, έχοντας πλέον την ευθύνη για τη νέα γενιά;

«Ήταν ένας από τους λόγους που αποφάσισα να έρθω. Έχω μεγαλώσει στον Βύρωνα. Μπορεί να μην ξεκίνησα εδώ το μπάσκετ, αλλά ζω σε αυτή την περιοχή, σε αυτή τη γειτονιά.

Σίγουρα έπαιξε ρόλο και το γεγονός ότι τα τρία χρόνια που πέρασα στον Αθηναϊκό ως αθλήτρια ήταν, στον μεγαλύτερο βαθμό τους, πολύ ευχάριστα. Επομένως, δεν χρειάστηκε να το σκεφτώ πάρα πολύ για να πάρω την απόφαση.

Ήταν μια πολύ μεγάλη πρόκληση για μένα. Ήταν ωραία και η προσέγγιση που μου έγινε και έτσι ήρθε η θετική απάντηση. Θέλω να μπορέσω να βοηθήσω όσο περισσότερο γίνεται στην ανάπτυξη των Ακαδημιών».

Ο Αθηναϊκός έχει θέσει ψηλά τον πήχη για τις Ακαδημίες του. Τι σημαίνει στην πράξη η δημιουργία μιας Ακαδημίας «διεθνών προδιαγραφών»;

«Στόχος είναι να δημιουργηθεί μια Ακαδημία στα πρότυπα μεγάλων συλλόγων του εξωτερικού. Υπάρχουν πολύ μεγάλες αθλητικές Ακαδημίες, κυρίως στην Ισπανία, που δεν περιορίζονται μόνο στο μπάσκετ, αλλά αναπτύσσουν αντίστοιχα και το ποδόσφαιρο.

Θα θέλαμε κάποια στιγμή να φτάσουμε σε ένα τέτοιο επίπεδο. Χρειάζεται πάρα πολλή δουλειά, αλλά θεωρώ ότι πλέον υπάρχουν οι προϋποθέσεις για να αναπτυχθούμε σταδιακά και να μεγαλώσουμε τόσο ως σύλλογος όσο και ως Ακαδημία. Πιστεύω ότι αυτά τα δύο είναι αλληλένδετα.

Φέτος, για παράδειγμα, ξεκινήσαμε τις εγγραφές την 1η Σεπτεμβρίου. Μέσα στον πρώτο μήνα είχαμε περίπου 30 με 40 νέες εγγραφές αγοριών και κοριτσιών. Η συμμετοχή των κοριτσιών είναι μικρότερη, αλλά συνολικά πρόκειται για έναν πάρα πολύ ενθαρρυντικό αριθμό. Οι εγγραφές συνεχίζονται και πιστεύω ότι ο αριθμός θα μεγαλώσει ακόμη περισσότερο.

Οι οικογένειες μιλούν μεταξύ τους, οι γονείς συζητούν στα σχολεία, τα παιδιά με τους φίλους τους. Έτσι λειτουργεί πολύ συχνά μια Ακαδημία, από στόμα σε στόμα.

Έχει γίνει και ένα συνολικό rebranding, το οποίο θέλουμε να γνωρίσει ο κόσμος. Ο Αθηναϊκός είναι κάτι καινούργιο που έρχεται στην πόλη του Βύρωνα, αλλά θέλουμε να απευθυνθούμε και σε ολόκληρη την Αθήνα.

Ένας από τους βασικούς στόχους μας, πέρα από το να έρχονται νέα παιδιά, είναι να παραμένουν στην Ακαδημία. Υπάρχει γενικότερα μια τάση τα παιδιά να αλλάζουν σωματεία σχεδόν κάθε χρόνο. Αυτό δεν θεωρώ ότι είναι θετικό για κανέναν, ούτε για το παιδί που θέλει να εξελιχθεί αγωνιστικά ούτε για εκείνο που παίζει απλώς για τη χαρά του παιχνιδιού.

Επομένως, μία από τις μεγαλύτερες προτεραιότητές μου είναι τα παιδιά που έρχονται στον Αθηναϊκό να παραμένουν εδώ μέχρι την ενηλικίωσή τους. Να φτάνουν στο ανδρικό ή στο γυναικείο τμήμα και να αποτελούν μέλη αυτών των ομάδων. Αν σε πέντε ή έξι χρόνια καταφέρουμε κάτι τέτοιο, θα είναι πραγματικά πολύ σημαντικό».

Ποια θα ήταν η μεγαλύτερη επιτυχία για εσάς; Να αναδείξει ο Αθηναϊκός έναν παίκτη ή μια παίκτρια διεθνών προδιαγραφών ή να κρατήσει δεκάδες παιδιά μέσα στον αθλητισμό;

«Το ένα είναι πολύ κοντά στο άλλο. Είναι πάρα πολύ δύσκολο να υπάρχει μια Ακαδημία με μεγάλο αριθμό παιδιών, που δουλεύει σωστά, και μέσα από αυτήν να μην προκύψει κάποιος αθλητής ή κάποια αθλήτρια υψηλού επιπέδου.

Αν έχεις πολλά παιδιά, σωστούς προπονητές και γίνεται συστηματική δουλειά, είναι σχεδόν βέβαιο ότι κάποια στιγμή θα αναδειχθούν παίκτες και παίκτριες υψηλού επιπέδου.

Αυτός είναι ο στόχος: να έχεις πολλά παιδιά και να δουλεύεις σωστά μαζί τους».

Εσείς τι θα προτιμούσατε; Ένα παιδί με πολύ μεγάλο ταλέντο αλλά όχι τόσο καλή νοοτροπία ή ένα λιγότερο ταλαντούχο παιδί που δουλεύει καθημερινά και έχει σωστή αθλητική νοοτροπία;

«Είναι κάτι που το σκέφτομαι αρκετά και το λέω συχνά στα παιδιά με τα οποία ασχολούμαι στις μικρές ηλικίες.

Η κακή νοοτροπία, που δυστυχώς τη συναντάμε αρκετά συχνά στις μέρες μας, είναι και ένα κοινωνικό φαινόμενο. Σε αυτό εμπλεκόμαστε όλοι: οι γονείς, το σχολείο, αλλά και εμείς οι προπονητές, που έχουμε επαφή με τα παιδιά αρκετές φορές την εβδομάδα.

Δεν πρέπει να είμαστε απλώς παρατηρητές. Πρέπει να συμμετέχουμε σε αυτή τη διαδικασία, να καθοδηγούμε τα παιδιά, να τα συμβουλεύουμε και να τα βοηθάμε να διαμορφώσουν μια σωστή νοοτροπία.

Επομένως, θα επέλεγα ένα παιδί λιγότερο ταλαντούχο, αλλά με εξαιρετική αθλητική νοοτροπία, παρά ένα παιδί που είναι σούπερ ταλαντούχο αλλά έχει πολύ κακή νοοτροπία».

Έχοντας φτάσει στο κορυφαίο επίπεδο ως αθλήτρια, ποιο πιστεύετε ότι είναι το στοιχείο που δεν μπορεί να διδάξει ένας προπονητής σε ένα παιδί, αλλά τελικά κάνει τη διαφορά για να φτάσει ψηλά;

«Το ένστικτο και το ταλέντο. Αυτά τα δύο δεν διδάσκονται.

Όλα τα υπόλοιπα μπορούν να διδαχθούν. Η νοοτροπία, για την οποία συζητούσαμε πριν, το πώς θα σουτάρει σωστά, πώς θα πασάρει, πώς θα συνεργάζεται με τους συμπαίκτες του. Το ένστικτο και το ταλέντο όμως δεν διδάσκονται.

Πρέπει να μπορείς να αναγνωρίσεις αυτά στοιχεία, ώστε να ασχοληθείς περισσότερο με το παιδί και να “επενδύσεις” στην εξέλιξή του.

Μπορεί να υπάρχει ένα παιδί επτά ή οκτώ χρονών που έχει ξεκινήσει το μπάσκετ μόλις πριν από δύο εβδομάδες και, παρ’ όλα αυτά, μέσα στο γήπεδο να αντιλαμβάνεται ενστικτωδώς πράγματα που δεν του έχει διδάξει ποτέ κανείς. Αυτό είναι ένστικτο».

Πόσο δύσκολο είναι σήμερα για μια Ακαδημία να διαχειριστεί τις προσδοκίες των γονιών; Είναι καμιά φορά η πίεση των γονιών μεγαλύτερη και από αυτή που υπάρχει μέσα στο γήπεδο;

«Εκατό τοις εκατό ναι! Εμείς έχουμε ήδη ξεκινήσει να μιλάμε με τους γονείς εδώ. Αυτό που προσπαθώ να τους επισημάνω είναι ότι κάθε ηλικία χρειάζεται διαφορετικό τρόπο προσέγγισης.

Στις μικρές ηλικίες θέλουμε το παιδί να έρχεται χαρούμενο, να διασκεδάζει και να φεύγει χαρούμενο από την προπόνηση. Υπάρχουν βέβαια και γονείς με υπερβολικές προσδοκίες. Μπορεί αργότερα να φανεί ότι ένα παιδί έχει τις δυνατότητες να εξελιχθεί σε αθλητή υψηλού επιπέδου, αλλά σε αυτή την ηλικία η ουσία είναι να χαίρεται το παιχνίδι.

Αυτό που λέμε στους γονείς, είναι ότι πρέπει να συνεργαστούμε. Δεν είμαστε απέναντι. Είμαστε συνεργάτες.

Πρέπει όμως να υπάρχουν διακριτοί ρόλοι. Δεν πρέπει ο γονιός να γίνεται προπονητής, κάτι που συμβαίνει πάρα πολύ συχνά, ούτε ο προπονητής να προσπαθεί να υποκαταστήσει τον γονιό. Ο προπονητής πρέπει να έχει και παιδαγωγικό ρόλο.

Παράλληλα, επικοινωνούμε με τους γονείς και για ζητήματα που μπορεί να μας προβληματίσουν. Δεν σου κρύβω ότι υπάρχουν γονείς που δυσκολεύονται να αποδεχθούν ή να συζητήσουν κάποια ιδιαιτερότητα του παιδιού τους.

Όταν όμως έρχεσαι πιο κοντά με τους ανθρώπους και δημιουργείται μια σχέση εμπιστοσύνης, μπορείς να βοηθήσεις ουσιαστικά ένα παιδί. Και αυτό είναι κάτι πολύ μεγαλύτερο από το αν θα μάθει να παίζει μπάσκετ ή όχι».

Υπάρχει κάτι που θεωρείτε ότι γίνεται λάθος σήμερα στην Ελλάδα όσον αφορά την ανάπτυξη των νεαρών αθλητών;

«Δεν θα πω ότι το πρόβλημα είναι πως δεν ακολουθούμε σωστά προγράμματα ή ότι μαθαίνουμε πρώτα την πάσα και μετά το σουτ ή το ριμπάουντ. Αυτά είναι βασικά πράγματα και πιστεύω ότι οι προπονητές γνωρίζουν πώς πρέπει να τα διδάξουν και με ποια σειρά.

Το μεγάλο λάθος που πιστεύω ότι κάνουμε είναι πως βιαζόμαστε όλοι. Βιαζόμαστε να παίξουμε, να μάθουν τα παιδιά, να φτάσουν σε υψηλό επίπεδο. Βιάζονται οι γονείς, οι προπονητές και τα ίδια τα παιδιά.

Για ποιον λόγο να βιαζόμαστε;

Κάθε ηλικία έχει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και εμείς οι προπονητές πρέπει να τα γνωρίζουμε και να τα αξιοποιούμε σωστά.

Τα παιδιά σήμερα δέχονται πάρα πολλές εικόνες και πληροφορίες από τα social media. Γι’ αυτό πιστεύω ότι είναι ίσως πιο δύσκολο σήμερα, σε σχέση με το παρελθόν, να διαχειριστείς αυτή τη νοοτροπία.

Όλοι τρέχουμε για να προλάβουμε κάτι. Γιατί να το κάνουμε αυτό στον αθλητισμό; Νομίζω ότι όταν είναι να έρθει κάτι, θα έρθει στον χρόνο του. Χρειάζεται υπομονή και σωστή διαδικασία».

Ο Αθηναϊκός επενδύει ταυτόχρονα τόσο στα αγόρια όσο και στα κορίτσια. Τι χρειάζεται ακόμη για να αλλάξουν τα πράγματα και να έρθουν περισσότερα μικρά κορίτσια στο μπάσκετ, αλλά και να παραμείνουν σε αυτό;

«Αυτή είναι μια ερώτηση που την ακούω από τότε που σταμάτησα το μπάσκετ. Και αυτό ακριβώς είναι που με προβληματίζει. Δεν μπορεί να λέμε τα ίδια πράγματα που λέγαμε το 2013.

Κάθε φορά που υπήρχε μια μεγάλη επιτυχία στο γυναικείο μπάσκετ, λέγαμε ότι “τώρα είναι η ευκαιρία”. Είχε έρθει μια επιτυχία της Εθνικής ομάδας, είχε προηγηθεί η ευρωπαϊκή επιτυχία του Αθηναϊκού και κάθε φορά λέγαμε: “Να, τώρα είναι η στιγμή. Τώρα θα ακουστεί το μπάσκετ γυναικών, θα προβληθεί περισσότερο, θα αλλάξουν τα πράγματα”.

Και φτάνουμε τώρα στο 2026 και εξακολουθούμε να λέμε τα ίδια πράγματα. Μιλάμε ξανά για προβολή, για χορηγίες, για τηλεόραση.

Αλλά εγώ πιστεύω ότι υπάρχει και ένα βαθύτερο ζήτημα στην ελληνική κοινωνία. Δεν ξέρω αν ο Έλληνας έχει αποδεχθεί πραγματικά ότι οι γυναίκες παίζουν μπάσκετ. Μπορεί να παρουσιάζουμε μια πιο προοδευτική εικόνα, αλλά θεωρώ ότι σε αρκετές περιπτώσεις εξακολουθούν να υπάρχουν παλαιότερες αντιλήψεις.

Σήμερα έχουν επιστρέψει στην Ελλάδα πολύ καλές παίκτριες. Υπάρχουν εξαιρετικές Ελληνίδες αθλήτριες που αγωνίζονται εδώ. Ο Αθηναϊκός κάνει μια τεράστια επένδυση και φέρνει ονόματα παγκόσμιου επιπέδου.

Δεν είναι εύκολο μια οικογένεια με ένα μικρό κορίτσι να καθίσει αυθόρμητα να παρακολουθήσει γυναικείο μπάσκετ, αν δεν υπάρχει αυτή η συνήθεια».

Από την κατάκτηση του EuroCup το 2010 με τον Αθηναϊκό, ποια είναι η σημαντικότερη αξία που θα θέλατε να μεταφέρετε στα παιδιά της σημερινής Ακαδημίας;

«Η οικογένεια, νομίζω, θα έλεγα. Ήμασταν μια ομάδα που αποτελούνταν από αθλήτριες διαφορετικών εθνικοτήτων. Περάσαμε πάρα πολλές δυσκολίες, είχαμε τραυματισμούς, ταξιδέψαμε με όποιο μεταφορικό μέσο μπορείς να φανταστείς. Και παρ’ όλα αυτά, μείναμε μαζί μέχρι το τέλος.

Νομίζω ότι αυτό ήταν το σημαντικότερο. Κρατήσαμε μια κοινή βάση, μια συμφωνία μεταξύ μας, τόσο στις καλές όσο και στις κακές ημέρες.

Δεν σημαίνει ότι ήμασταν κάθε μέρα αγαπημένες ή ότι συμφωνούσαμε πάντα. Όπως συμβαίνει και μέσα σε μια οικογένεια. Δεν είσαι κάθε μέρα αγαπημένος με όλους. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι παύετε να είστε οικογένεια.

Οπότε νομίζω ότι η υπομονή και η αίσθηση της οικογένειας είναι δύο βασικά χαρακτηριστικά που χρειάζεται μια ομάδα για να έχει διάρκεια».

Αν συναντούσατε σήμερα τον νεότερο εαυτό σας, στην ηλικία ενός παιδιού που εντάσσεται τώρα στις Ακαδημίες του Αθηναϊκού, τι θα του λέγατε;

«Νομίζω ότι, αν έκανα κάτι διαφορετικό από αυτό που έκανα τότε, θα ήταν να προσπαθήσω να ευχαριστηθώ περισσότερο τη διαδικασία.

Ίσως θα του έλεγα να απολαμβάνει περισσότερο το μπάσκετ.

Δυστυχώς, εγώ από πολύ μικρή ηλικία σταμάτησα ουσιαστικά να το ευχαριστιέμαι με τον τρόπο που το ευχαριστιέται ένα παιδί. Από τα 13 μου χρόνια μπήκα σε μια επαγγελματική διαδικασία, με πολλές υποχρεώσεις. Αυτό μου στέρησε κάποια πράγματα από την παιδική μου ηλικία.

Δεν είχα την ευκαιρία να ζήσω με τον φυσιολογικό τρόπο όλες τις ηλικιακές κατηγορίες, να παίξω και να εξελιχθώ σταδιακά με παιδιά της ηλικίας μου. Εγώ έπαιζα ήδη με τις γυναίκες.

Οπότε, αν μπορούσα να αλλάξω κάτι, θα ήταν να απολαμβάνω περισσότερο αυτή την παιδικότητα.  Δεν είχα πολλές από τις εικόνες και τα βιώματα που αποκτά ένα παιδί μέσα από τη φυσιολογική πορεία του στις Ακαδημίες, περνώντας από τα μικρότερα στα μεγαλύτερα τμήματα.

Γι’ αυτό θα έλεγα στα παιδιά να μη βιάζονται. Να ευχαριστιούνται το επίπεδο στο οποίο βρίσκονται κάθε φορά. Να απολαμβάνουν την εξέλιξή τους, τη διαδικασία της ανάπτυξης και όλα όσα ζουν μέσα από το μπάσκετ.

Αυτό θα τους έλεγα».